Το Aναρχικό Όμικρον
Από μικρό παιδί το Όμικρον ήταν πολύ απείθαρχο. Δεν άκουγε ποτέ κανέναν και… κλεινόταν πάντα στον εαυτό του! Ένα σαράκι όμως το έτρωγε μέσα του… Ένας μεγάλος καημός τον οποίο δεν τολμούσε να εκφράσει σε κανέναν… Μα πώς μπόρεσαν να του το κάνουν αυτό; Ήταν δυνατόν να μη βλέπει κανένας από τους συγγενείς του πόσο ξεχωριστό ήταν; Πόσο Όμορφο, πόσο Ολοκληρωμένο μέσα στην ίδια του την ύπαρξη;
Η πηγή μέσα……… στο δάσος
Προχώρησα κι άλλο μέσα στο δάσος. Η φυλλωσιά των δέντρων ήταν πυκνή. Τόσο πυκνή που δυσκολευόμουν να διακρίνω αν είναι μέρα ή νύχτα, αλλά το κελάηδημα των πουλιών με διαβεβαίωνε πως ήταν μέρα. Έφτασα μπροστά σε κάτι καλαμιές που μου έκλειναν το δρόμο. «Άλλο ένα εμπόδιο» σκέφτηκα. Άπλωσα το χέρι και ετοιμάστηκα να βάλω όλη τη δύναμή μου για να τις κάνω στην άκρη. Δε χρειάστηκε. Μόλις τις άγγιξα, οι καλαμιές άνοιξαν με απρόσμενη ευκολία, σαν να βρίσκονταν εκεί γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο! Σαν να αποζητούσαν το χέρι που θα απλωθεί, το χέρι που θα τολμήσει να τις παραμερίσει. Κι εκείνες, αμέσως, θα υποκλίνονταν με σεβασμό στο μεγαλείο του μυαλού που αφέντευε αυτό το χέρι.Τότε ήταν που την είδα! Εκεί, κάτω από τη σκιά ενός βράχου.



