Μέσα στο σκοτάδι…
Άνοιξε τα μάτια της ξαφνικά μες στο σκοτάδι. Το ηλεκτρικό ρολόι στο κομοδίνο δίπλα της έδειχνε 4:00. Τότε τον πρόσεξε. Στο ταβάνι του δωματίου της διαγραφόταν η σκιά ενός άντρα. Στεκόταν ακίνητος, σαν να την περίμενε. Ο τρόμος την περιέλουσε.
Ποιος ήταν αυτός;
Φοβόταν να ανάψει το φως. Χωρίς να κουνηθεί ούτε χιλιοστό από τη θέση της φώναξε δυνατά, σαν να βρισκόταν κάποιος στο διπλανό δωμάτιο. Ίσως να τον φόβιζε έτσι και να έφευγε.
Κι όμως… η σκιά δεν κουνήθηκε καθόλου. Τον ένιωθε εκεί, με το βλέμμα του καρφωμένο πάνω της, να την κοιτάζει.
Η καρδιά της χτυπούσε φρενιασμένα.
Τι ήταν αυτός;
Μάζεψε όλες τις δυνάμεις της, έβγαλε το χέρι από τα σκεπάσματα και το τέντωσε να φτάσει το διακόπτη για το φως. Τεντώθηκε λίγο ακόμη,
…Το ουρλιαχτό της έσβησε γρήγορα μέσα στο σκοτάδι…
Το πρωί την βρήκαν εκεί, παγωμένη, με το χέρι κρεμασμένο στην άκρη του κρεβατιού. Ο επιθεωρητής της αστυνομίας μπήκε και έλεγξε το δωμάτιο. Τίποτε δε μαρτυρούσε την αιτία του θανάτου της. Διέταξε να γίνει νεκροψία. Έσβησε το φως και βγήκε από το δωμάτιο. Το ηλεκτρικό ρολόι έδειχνε 11:00. Έκλεισε πίσω του την πόρτα, αλλά δεν πρόσεξε τις δυο σκιές που διαγράφονταν στο ταβάνι μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Στέκονταν εκεί. Ακίνητες. Μια αντρική και μια γυναικεία.
Σκιές στον τοίχο
Ήταν αργά. Μετά τα μεσάνυχτα. Τον είχε πάρει ο ύπνος από νωρίς αλλά τον ξύπνησε ο καύσωνας του καλοκαιριού. Σηκώθηκε λουσμένος στον ιδρώτα και πήγε να βάλει ένα ποτήρι νερό. Δε θυμόταν τι όνειρο είχε δει αλλά ένιωθε παράξενα. Αισθανόταν μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα χαράς στο στομάχι του και ταυτόχρονα έναν κόμπο στο λαιμό του. Μια αναστάτωση… μια λαχτάρα… Ναι! Λαχτάρα ένιωθε! Ήθελε να ζήσει. Tώρα όμως! Η ζωή ξεχείλιζε από κάθε πόρο του κορμιού του, και το άρωμα που ανέδιδε τυλιγόταν γύρω του και τον μεθούσε.
Ναι, ξύπνησε αργά μετά τα μεσάνυχτα και ήθελε τόσο πολύ να ζήσει…
Βγήκε να ηρεμήσει στο μικρό μπαλκονάκι του τρίτου ορόφου, όπου έμενε. Δεν τον ένοιαζε που ήταν μισόγυμνος, έτσι κι αλλιώς ήταν θεοσκότεινα. Το σοκάκι από κάτω του ήταν στενό και χωρίς φώτα. Μόνο στη γωνία του δρόμου υπήρχε ακόμη μια μισοσπασμένη λάμπα που αχνόφεγγε, αλλά το φως της δεν έφτανε ως το μπαλκόνι του. Έριχνε απλώς σκιές στον απέναντι τοίχο του γωνιακού δρόμου μεγεθύνοντας καθετί που ανακλούσε πάνω του.
Μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας άκουσε γυναικεία βήματα από το διπλανό δρομάκι να πλησιάζουν. Δεν μπορούσε να δει πέρα από τη γωνία αλλά από το βηματισμό ήταν σίγουρος ότι ήταν γυναίκα. Τα τακούνια από τις γόβες που φορούσε ακούγονταν αργά και ρυθμικά. Σχεδόν νωχελικά. Στον τοίχο φάνηκε η γεμάτη καμπύλες σιλουέτα της. Στάθηκε με το ένα πόδι της λίγο πιο πίσω από το άλλο κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Με μια απίστευτη θηλυκότητα σήκωσε το χέρι της και τίναξε τα μακριά κυματιστά μαλλιά της.
Τεντώθηκε όσο περισσότερο μπορούσε στην άκρη του μπαλκονιού του σε μια προσπάθεια να τη δει αλλά δεν τα κατάφερε. Η γωνία του δρόμου την έκρυβε. Αλλά το ημίφως από τη μισοσπασμένη λάμπα του χάριζε τουλάχιστον την ελκυστική σκιά της πάνω στον απέναντι τοίχο. Τότε ξαφνικά εμφανίστηκε η φιγούρα ενός άντρα πίσω της. Έσυρε αργά αλλά σταθερά τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε απότομα πάνω του. Τα κορμιά τους ενώθηκαν στον τοίχο, ενώ το δικό του συνέχιζε να καίει, χωρίς να ευθύνεται πια η ζέστη γι’ αυτό. Εκείνη έγειρε λίγο ακόμη το κεφάλι της στο πλάι προσκαλώντας έτσι τα χείλη του να χαϊδέψουν το λαιμό της. Στο υγρό άγγιγμά τους, το πλούσιο στήθος της φούσκωσε κυματίζοντας και ένα ανάλαφρο αγκομαχητό έφτασε μέχρι το μπαλκόνι του τρίτου ορόφου. Αχχ!
Μπήκε μέσα. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπό του, φόρεσε ένα τζιν κι έφυγε μες στη νύχτα…
Ασφαλείς ανατριχίλες
Πάντοτε σου άρεσαν τα θρίλερ. Αυτό το «ρίσκο του καναπέ» είναι πιστεύεις το καλύτερο! Είσαι ασφαλής ενώ ταυτόχρονα η αδρεναλίνη ανεβαίνει στα ύψη. Η καρδιά χτυπά γρήγορα. Το χέρι γραπώνει τον καναπέ και μπήγει τα νύχια βαθιά μέσα του. «Έλα μωρέ, σύνελθε. Αφού ξέρεις ότι αυτά είναι ψέματα», λες στον εαυτό σου.
Αλυσίδες
«Τα λέμε», ήταν το τελευταίο πράγμα που της είπε προχτές ο Δημήτρης, όταν τον συνάντησε. Δεν περίμενε να τα πουν το ίδιο βράδυ φυσικά. Εντάξει δεν ήταν και παράλογη.
(περισσότερα…)



